Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Repercussion
01
απήχηση, ανάκρουση
a movement back from an impact
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repercussions
02
επίπτωση, συνέπεια
an unintended effect of something, usually a negative and long lasting one
Παραδείγματα
The policy change had unexpected repercussions on local businesses.
Η αλλαγή της πολιτικής είχε απρόβλεπτες επιπτώσεις στις τοπικές επιχειρήσεις.
Λεξικό Δέντρο
repercussion
percussion
percuss



























