Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to repent
01
μετανοώ, εξομολογούμαι ειλικρινά
to sincerely regret and turn away from wrongdoing, seeking forgiveness
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
repent
γ΄ ενικό πρόσωπο
repents
ενεστώτα μετοχή
repenting
απλός αόριστος
repented
παθητική μετοχή
repented
Παραδείγματα
After realizing his mistakes, he sincerely repented and sought forgiveness for his actions.
Αφού συνειδητοποίησε τα λάθη του, μετάνιωσε ειλικρινά και ζήτησε συγχώρεση για τις πράξεις του.
02
μετανοώ, λυπάμαι
to feel sincere regret or remorse for a past action or failure
Transitive: to repent an action or decision
Παραδείγματα
She repented her decision to leave the company, realizing it was a mistake.
Μετανιώσει την απόφασή της να εγκαταλείψει την εταιρεία, συνειδητοποιώντας ότι ήταν λάθος.
Λεξικό Δέντρο
repentance
repentant
repent



























