Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repeatedly
01
επανειλημμένα, πολλές φορές
in a manner that occurs multiple times
Παραδείγματα
They practiced the dance routine repeatedly.
Εξασκήθηκαν στη ρουτίνα χορού επανειλημμένα.
Λεξικό Δέντρο
repeatedly
repeated
repeat



























