Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repeatedly
01
επανειλημμένα, πολλές φορές
in a manner that occurs multiple times
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She asked the question repeatedly.
Έκανε την ερώτηση επανειλημμένα.
Λεξικό Δέντρο
repeatedly
repeated
repeat



























