Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accretive
01
προσθετικός, σταδιακά αυξανόμενος
gradually increasing or growing by the addition of new layers or parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accretive
συγκριτικός βαθμός
more accretive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
growth, process, business
Παραδείγματα
The company’s accretive strategy led to steady growth over the years.
Η προσθετική στρατηγική της εταιρείας οδήγησε σε σταθερή ανάπτυξη κατά τη διάρκεια των ετών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
accretive
accrete



























