Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accretive
01
προσθετικός, σταδιακά αυξανόμενος
gradually increasing or growing by the addition of new layers or parts
Παραδείγματα
The accretive nature of her responsibilities at work kept her constantly busy.
Η συσσωρευτική φύση των ευθυνών της στη δουλειά την κρατούσε συνεχώς απασχολημένη.
Λεξικό Δέντρο
accretive
accrete



























