remedy
Pronunciation
/ˈɹɛmədi/

Ορισμός και σημασία του "remedy"στα αγγλικά

01

θεραπεία

a treatment or medicine for a disease or to reduce pain that is not severe
remedy definition and meaning
Παραδείγματα
The herbalist suggested a remedy made from chamomile and lavender to promote relaxation and sleep.
Ο βοτανοθεραπευτής πρότεινε ένα φάρμακο από χαμομήλι και λεβάντα για να προωθήσει την χαλάρωση και τον ύπνο.
02

θεραπεία, λύση

a means of correcting or eliminating a problem, harm, or undesirable situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
remedies
Παραδείγματα
Meditation became a daily remedy for her anxiety and sleepless nights.
Ο διαλογισμός έγινε μια καθημερινή θεραπεία για το άγχος και τις αϋπνίες της.
to remedy
01

διορθώνω, βελτιώνω

to correct or improve a situation
Transitive: to remedy a problem or defect
to remedy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remedy
γ΄ ενικό πρόσωπο
remedies
ενεστώτα μετοχή
remedying
απλός αόριστος
remedied
παθητική μετοχή
remedied
Παραδείγματα
Homeowners applied a waterproof sealant to remedy leaks in the roof and prevent further damage.
Οι ιδιοκτήτες σπιτιού εφάρμοσαν ένα αδιάβροχο στεγανοποιητικό για να διορθώσουν τις διαρροές στη στέγη και να αποτρέψουν περαιτέρω ζημιές.
02

θεραπεύω, ανακουφίζω

to provide relief or cure for a health condition or problem
Transitive: to remedy a health condition
Παραδείγματα
Applying a topical ointment helped to remedy the minor skin irritation and reduce redness and itching.
Η εφαρμογή μιας τοπικής αλοιφής βοήθησε να θεραπευτεί η μικρή δερματική ερεθισμό και να μειωθεί η ερυθρότητα και ο κνησμός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store