Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Remedy
Παραδείγματα
The herbalist suggested a remedy made from chamomile and lavender to promote relaxation and sleep.
Ο βοτανοθεραπευτής πρότεινε ένα φάρμακο από χαμομήλι και λεβάντα για να προωθήσει την χαλάρωση και τον ύπνο.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
remedies
Παραδείγματα
Meditation became a daily remedy for her anxiety and sleepless nights.
Ο διαλογισμός έγινε μια καθημερινή θεραπεία για το άγχος και τις αϋπνίες της.
to remedy
01
διορθώνω, βελτιώνω
to correct or improve a situation
Transitive: to remedy a problem or defect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remedy
γ΄ ενικό πρόσωπο
remedies
ενεστώτα μετοχή
remedying
απλός αόριστος
remedied
παθητική μετοχή
remedied
Παραδείγματα
Homeowners applied a waterproof sealant to remedy leaks in the roof and prevent further damage.
Οι ιδιοκτήτες σπιτιού εφάρμοσαν ένα αδιάβροχο στεγανοποιητικό για να διορθώσουν τις διαρροές στη στέγη και να αποτρέψουν περαιτέρω ζημιές.
02
θεραπεύω, ανακουφίζω
to provide relief or cure for a health condition or problem
Transitive: to remedy a health condition
Παραδείγματα
Applying a topical ointment helped to remedy the minor skin irritation and reduce redness and itching.
Η εφαρμογή μιας τοπικής αλοιφής βοήθησε να θεραπευτεί η μικρή δερματική ερεθισμό και να μειωθεί η ερυθρότητα και ο κνησμός.
Λεξικό Δέντρο
remediable
remedy



























