Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refreshed
01
ανανεωμένος, ενεργητικός
(of a person) feeling less tired and more energized, typically after rest or a break
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most refreshed
συγκριτικός βαθμός
more refreshed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
wellness, state, person
Παραδείγματα
After a good night’s sleep, she felt refreshed and ready to start the day.
Μετά από μια καλή νύχτα ύπνου, ένιωθε ανανεωμένη και έτοιμη να ξεκινήσει την ημέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unrefreshed
refreshed
refresh



























