refreshed
ref
ˈrɪf
rif
reshed
rɛʃt
resht
enmeshedintermeshedmeshedresht

Ορισμός και σημασία του "refreshed"στα αγγλικά

01

ανανεωμένος, ενεργητικός

(of a person) feeling less tired and more energized, typically after rest or a break 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most refreshed
συγκριτικός βαθμός
more refreshed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
wellness, state, person
Παραδείγματα
After a good night’s sleep, she felt refreshed and ready to start the day. 

Μετά από μια καλή νύχτα ύπνου, ένιωθε ανανεωμένη και έτοιμη να ξεκινήσει την ημέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unrefreshed
refreshed
refresh
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store