recluse
rec
ˈrɪk
ρικ
luse
lus
λουσ
/ɹɪklˈuːs/

Ορισμός και σημασία του "recluse"στα αγγλικά

01

απομονωμένος, ερημίτης

an individual who lives by themselves and avoids all sorts of contact with other people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recluses
Παραδείγματα
Her decision to live as a recluse was driven by a desire for personal reflection.
Η απόφασή της να ζήσει ως αναχωρητής κινήθηκε από την επιθυμία για προσωπική ανάκλαση.
01

αναχωρητικός, μοναχικός

preferring to live in isolation or avoid social interaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recluse
συγκριτικός βαθμός
more recluse
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A recluse existence suited him more than the bustle of city life.
Μια απομονωμένη ύπαρξη του ταίριαζε περισσότερο από τη βιασύνη της αστικής ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store