Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recessive
01
υπολειπόμενο, υπολειπόμενο αλληλόμορφο
an allele that produces its characteristic phenotype only when its paired allele is identical
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recessives
recessive
01
υπολειπόμενος, υποχωρητικός
(of a gene or trait) showing its specific appearance only when an individual inherits it from both parents
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
βιώνοντας οικονομική παρακμή, σε ύφεση
experiencing an economic decline



























