to recharge
re
ri:
ri
charge
ʧɑ:ʤ
chaaj

Ορισμός και σημασία του "recharge"στα αγγλικά

to recharge
01

επαναφορτίζω, φορτίζω

to refill an electronic device with energy 
Transitive: to recharge an electronic device
to recharge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recharge
γ΄ ενικό πρόσωπο
recharges
ενεστώτα μετοχή
recharging
απλός αόριστος
recharged
παθητική μετοχή
recharged
Παραδείγματα
She needs to recharge her phone before going out. 

Πρέπει να φορτίσει το τηλέφωνό της πριν βγει.

02

επαναφορτίζω, γεμίζω ξανά

to load a firearm with new ammunition 
Transitive: to recharge a firearm
Παραδείγματα
He quickly recharged his rifle before taking aim again. 

Ξαναγέμισε γρήγορα το τουφέκι του πριν σκοπεύσει ξανά.

03

επαναφορτίζομαι, χαλαρώνω

to rest or relax in order to restore energy and feel refreshed 
Παραδείγματα
She took a weekend trip to recharge after a busy month at work. 

Έκανε ένα ταξίδι για το σαββατοκύριακο για να επαναφορτίσει τις μπαταρίες της μετά από έναν πολυάσχολο μήνα στη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store