Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recess
01
διάλειμμα, ανάπαυλα
a pause from doing something (as work)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recesses
02
εσοχή, κόγχη
an enclosure that is set back or indented
03
όρμος, κολπίσκος
an arm off of a larger body of water (often between rocky headlands)
Παραδείγματα
The children hid their toys in the recess of the wall, where no one would find them.
Τα παιδιά έκρυψαν τα παιχνίδια τους στο βαθούλωμα του τοίχου, όπου κανείς δεν θα τα έβρισκε.
05
διακοπή, αναστολή
a state of abeyance or suspended business
06
διάλειμμα, παύση
a scheduled break between lessons or classes in a school; allowing students to engage in relaxing activities
Παραδείγματα
The students eagerly awaited recess to play outside.
Οι μαθητές περίμεναν με ανυπομονησία το διάλειμμα για να παίξουν έξω.
07
διακοπή της δίκης, δικαστική διακοπή
a short break during a court trial
Παραδείγματα
The judge announced a recess for lunch.
Ο δικαστής ανακοίνωσε ένα διάλειμμα για το γεύμα.
08
διάλειμμα, διακοπή
a break period when lawmakers or officials temporarily stop meeting
Παραδείγματα
Parliament went into recess for the summer.
Το Κοινοβούλιο μπήκε σε διακοπή για το καλοκαίρι.
to recess
01
τοποθετώ σε ένα κουφάλωμα, τοποθετώ σε μια εσοχή
put into a recess
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recess
γ΄ ενικό πρόσωπο
recesses
ενεστώτα μετοχή
recessing
απλός αόριστος
recessed
παθητική μετοχή
recessed
02
αναβάλλω, κλείνω
close at the end of a session
03
δημιουργώ εσοχή, κάνω ένα κουφάλωμα
make a recess in



























