alcove
al
ˈæl
āl
cove
kəʊv
kewv

Ορισμός και σημασία του "alcove"στα αγγλικά

01

αλκόβη, κόγχη

a recessed part of a wall that is built further back from the rest of it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alcoves
Παραδείγματα
The library had a cozy alcove with built-in bookshelves, perfect for curling up with a good book. 

Η βιβλιοθήκη είχε ένα ζεστό εσοχή με ενσωματωμένα ράφια, ιδανικό για να κουλουριάζεσαι με ένα καλό βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store