receptivity
re
ri
cep
sɛp
sep
ti
ˈtɪ
ti
vi
vi
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "receptivity"στα αγγλικά

01

δεκτικότητα

the quality of being able or inclined to accept new ideas, suggestions, or perspectives 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

receptivity
recept
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store