Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
receptive
01
παθητικός, ανοιχτός
open to listening or considering suggestions and new ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most receptive
συγκριτικός βαθμός
more receptive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The committee members were receptive to new ideas and eager to explore innovative solutions.
Τα μέλη της επιτροπής ήταν ανοιχτά σε νέες ιδέες και πρόθυμα να εξερευνήσουν καινοτόμες λύσεις.
02
απορροφητικός, δεκτικός
able to take in or retain liquids or substances
Παραδείγματα
The sponge is highly receptive to water.
Το σφουγγάρι είναι πολύ απορροφητικό στο νερό.
03
δεκτικός, ευαίσθητος
(of a nerve or receptor) capable of receiving impulses or stimuli from outside the central nervous system
Παραδείγματα
Sensory neurons are receptive to tactile stimuli.
Οι αισθητήριες νευρώνες είναι ευαίσθητες σε απτικούς ερεθισμούς.
Λεξικό Δέντρο
receptively
receptiveness
unreceptive
receptive
recept



























