receptionist
re
ri
cep
ˈsɛp
sep
tio
ʃə
shē
nist
nɪst
nist

Ορισμός και σημασία του "receptionist"στα αγγλικά

01

ρεσεψιονίστ, υπάλληλος υποδοχής

a person who greets and deals with people arriving at or calling a hotel, office building, doctor's office, etc. 
receptionist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
receptionists
Παραδείγματα
I left a message with the receptionist. 

Άφησα ένα μήνυμα με τον ρεσεψιονίστ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store