recently
rece
ˈri:s
ris
ntly
ntli
ntli
reticently

Ορισμός και σημασία του "recently"στα αγγλικά

01

πρόσφατα, τελευταία

at or during a time that is not long ago 
recently definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
επίρρημα χρόνου
Παραδείγματα
We attended a conference recently to stay updated. 

Παρευθήκαμε σε μια διάσκεψη πρόσφατα για να παραμείνουμε ενημερωμένοι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

recently
recent
rec
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store