recidivism
re
ri
ci
ˈsɪ
si
di
di
vi
vi
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "recidivism"στα αγγλικά

01

επαναληψιμότητα

the tendency of a person who has been convicted of a criminal offense to reoffend, leading to their re-arrest, reconviction, or return to criminal behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The high rate of recidivism among certain offenders prompted a reevaluation of rehabilitation strategies. 

Ο υψηλός ρυθμός επαναληπτικότητας μεταξύ ορισμένων παραβατών προκάλεσε επανεκτίμηση των στρατηγικών αποκατάστασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

recidivism
recidiv
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store