Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recidivist
01
επαναληπτικός παραβάτης
a person who has a tendency to do something wrong again and again even after quitting it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recidivists
02
επαναλαμβανόμενος εγκληματίας
a person who has the habit of committing crimes even after getting punished
Λεξικό Δέντρο
recidivist
recidiv



























