Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recast
01
ανακατανέμω ρόλους, αναθέτω διαφορετικό ρόλο
cast again, in a different role
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recast
γ΄ ενικό πρόσωπο
recasts
ενεστώτα μετοχή
recasting
απλός αόριστος
recast
παθητική μετοχή
recast
02
επανχύτευση, επανκατανομή ρόλων
cast again
03
ξαναχύτευση, ανασχηματίζω
cast or model anew
Λεξικό Δέντρο
recast
cast



























