receipt
re
ri
ceipt
ˈsi:t
sit
depleteretreatexcretereplete

Ορισμός και σημασία του "receipt"στα αγγλικά

01

απόδειξη, παραστατικό

a written or printed document that shows the payment for a set of goods or services has been made 
receipt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
receipts
Παραδείγματα
I couldn't read the faded print on the receipt. 

Δεν μπορούσα να διαβάσω το ξεθωριασμένο κείμενο στην απόδειξη.

02

παραλαβή, λήψη

the act of receiving 
03

δυσαρέσκεια, αυστηρότητα

sharply disagreeable; rigorous 
to receipt
01

σημειώνω ως πληρωμένο, σφραγίζω ως πληρωμένο

mark or stamp as paid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
receipt
γ΄ ενικό πρόσωπο
receipts
ενεστώτα μετοχή
receipting
απλός αόριστος
receipted
παθητική μετοχή
receipted
02

αναφέρω την παραλαβή, επιβεβαιώνω την παραλαβή

report the receipt of 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store