Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Receipt
01
απόδειξη, παραστατικό
a written or printed document that shows the payment for a set of goods or services has been made
Παραδείγματα
The hotel gave me a receipt when I checked out.
Το ξενοδοχείο μου έδωσε μια απόδειξη όταν έκανα check-out.
02
παραλαβή, λήψη
the act of receiving
03
δυσαρέσκεια, αυστηρότητα
sharply disagreeable; rigorous
to receipt
01
σημειώνω ως πληρωμένο, σφραγίζω ως πληρωμένο
mark or stamp as paid
02
αναφέρω την παραλαβή, επιβεβαιώνω την παραλαβή
report the receipt of



























