to rebuke
re
ri
buke
ˈbju:k
byook
baruchflukespookdubuque

Ορισμός και σημασία του "rebuke"στα αγγλικά

to rebuke
01

επιπλήττω, μαλώνω

to strongly criticize someone for their actions or words 
Transitive: to rebuke sb | to rebuke sb for an action or behavior
to rebuke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rebuke
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebukes
ενεστώτα μετοχή
rebuking
απλός αόριστος
rebuked
παθητική μετοχή
rebuked
Παραδείγματα
She frequently rebukes her children for not completing their chores on time. 

Συχνά επιπλήττει τα παιδιά της για το ότι δεν ολοκληρώνουν τις δουλειές τους εγκαίρως.

01

επίπληξη, μομφή

an act or expression of criticism and censure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rebukes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store