Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rebuke
01
επιπλήττω, μαλώνω
to strongly criticize someone for their actions or words
Transitive: to rebuke sb | to rebuke sb for an action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rebuke
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebukes
ενεστώτα μετοχή
rebuking
απλός αόριστος
rebuked
παθητική μετοχή
rebuked
Παραδείγματα
She frequently rebukes her children for not completing their chores on time.
Συχνά επιπλήττει τα παιδιά της για το ότι δεν ολοκληρώνουν τις δουλειές τους εγκαίρως.
Rebuke
01
επίπληξη, μομφή
an act or expression of criticism and censure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rebukes
Λεξικό Δέντρο
rebuker
rebuke



























