to rebuke
Pronunciation
/ɹibˈjuk/, /ɹɪbˈjuk/

Ορισμός και σημασία του "rebuke"στα αγγλικά

to rebuke
01

επιπλήττω, μαλώνω

to strongly criticize someone for their actions or words
Transitive: to rebuke sb | to rebuke sb for an action or behavior
to rebuke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rebuke
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebukes
ενεστώτα μετοχή
rebuking
απλός αόριστος
rebuked
παθητική μετοχή
rebuked
Παραδείγματα
It is essential that parents not rebuke their children without providing constructive feedback.
Είναι απαραίτητο οι γονείς να μην επιπλήττουν τα παιδιά τους χωρίς να παρέχουν εποικοδομητική ανατροφοδότηση.
01

επίπληξη, μομφή

an act or expression of criticism and censure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rebukes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store