Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reasonable
01
λογικός, συνετός
(of a person) showing good judgment and acting by reason
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reasonable
συγκριτικός βαθμός
more reasonable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A reasonable man would consider all sides before deciding.
Ένας λογικός άνθρωπος θα εξέταζε όλες τις πλευρές πριν αποφασίσει.
Παραδείγματα
The restaurant offers a reasonable portion size for each meal.
Το εστιατόριο προσφέρει ένα λογικό μέγεθος μερίδας για κάθε γεύμα.
Παραδείγματα
The judge made a reasonable decision based on the evidence presented in court.
Ο δικαστής πήρε μια λογική απόφαση με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο.
04
λογικός, αποδεκτός
satisfactory or adequate in a given situation
Παραδείγματα
She gave a reasonable performance in the audition.
Έδωσε μια λογική απόδοση στην ακρόαση.
Λεξικό Δέντρο
reasonableness
reasonably
unreasonable
reasonable
reason



























