Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reasonable
01
λογικός, συνετός
(of a person) showing good judgment and acting by reason
Παραδείγματα
They sought advice from a reasonable and experienced friend.
Ζήτησαν συμβουλές από έναν λογικό και έμπειρο φίλο.
Παραδείγματα
The restaurant offers reasonable prices for its delicious meals.
Το εστιατόριο προσφέρει λογικές τιμές για τα νόστιμα γεύματά του.
Παραδείγματα
It 's not reasonable to expect someone to work overtime without compensation.
Δεν είναι λογικό να αναμένει κανείς κάποιος να εργαστεί υπερωρίες χωρίς αποζημίωση.
04
λογικός, αποδεκτός
satisfactory or adequate in a given situation
Παραδείγματα
His explanation was reasonable, given the circumstances.
Η εξήγησή του ήταν λογική, δεδομένων των συνθηκών.
Λεξικό Δέντρο
reasonableness
reasonably
unreasonable
reasonable
reason



























