Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reasoned
01
επεξηγημένος, λογικός
based on careful thought or logic
Παραδείγματα
The scientist 's hypothesis was grounded in reasoned speculation, drawing upon existing knowledge and experimental data.
Η υπόθεση του επιστήμονα βασίστηκε σε λογική εικασία, αντλώντας από υπάρχουσες γνώσεις και πειραματικά δεδομένα.
Λεξικό Δέντρο
reasoned
reason



























