reasoned
Pronunciation
/ˈɹizənd/

Ορισμός και σημασία του "reasoned"στα αγγλικά

01

επεξηγημένος, λογικός

based on careful thought or logic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reasoned
συγκριτικός βαθμός
more reasoned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientist 's hypothesis was grounded in reasoned speculation, drawing upon existing knowledge and experimental data.
Η υπόθεση του επιστήμονα βασίστηκε σε λογική εικασία, αντλώντας από υπάρχουσες γνώσεις και πειραματικά δεδομένα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store