reasoned
reasoned
'ri:zənd
rizēnd
seasoned

Ορισμός και σημασία του "reasoned"στα αγγλικά

01

επεξηγημένος, λογικός

based on careful thought or logic 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reasoned
συγκριτικός βαθμός
more reasoned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her decision to change careers was reasoned, taking into account her skills, interests, and future prospects. 

Η απόφασή της να αλλάξει καριέρα ήταν εξησφαλισμένη, λαμβάνοντας υπόψη τις δεξιότητες, τα ενδιαφέροντα και τις μελλοντικές προοπτικές της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store