Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ratify
01
επικυρώνω, επίσημα εγκρίνω
to formally approve a decision, action, etc., typically through an official process or legal means
Transitive: to ratify a decision or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ratify
γ΄ ενικό πρόσωπο
ratifies
ενεστώτα μετοχή
ratifying
απλός αόριστος
ratified
παθητική μετοχή
ratified
Παραδείγματα
The board of directors met to ratify the merger agreement between the two companies, officially sealing the deal.
Το διοικητικό συμβούλιο συνεδρίασε για να επικυρώσει τη συμφωνία συγχώνευσης μεταξύ των δύο εταιρειών, ολοκληρώνοντας επίσημα τη συμφωνία.
Λεξικό Δέντρο
ratified
ratifier
ratify



























