Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ratify
01
επικυρώνω, επίσημα εγκρίνω
to formally approve a decision, action, etc., typically through an official process or legal means
Transitive: to ratify a decision or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ratify
γ΄ ενικό πρόσωπο
ratifies
ενεστώτα μετοχή
ratifying
απλός αόριστος
ratified
παθητική μετοχή
ratified
Παραδείγματα
The members of the parliament convened to ratify the newly proposed constitution for the country.
Τα μέλη του κοινοβουλίου συνήλθαν για να επικυρώσουν το νέο σύνταγμα που προτάθηκε για τη χώρα.
Λεξικό Δέντρο
ratified
ratifier
ratify



























