Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to greenlight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
greenlight
γ΄ ενικό πρόσωπο
greenlights
ενεστώτα μετοχή
greenlighting
απλός αόριστος
greenlit
παθητική μετοχή
greenlit
Παραδείγματα
The bank finally greenlit the loan for our new house.
Η τράπεζα τελικά έδωσε το πράσινο φως για το δάνειο για το νέο μας σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
greenlight
green
light



























