to greenlight
green
ˈgri:n
grin
light
laɪt
lait

Ορισμός και σημασία του "greenlight"στα αγγλικά

to greenlight
01

δίνω πράσινο φως, επίσημα εγκρίνω

to officially approve or give permission to proceed with something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
greenlight
γ΄ ενικό πρόσωπο
greenlights
ενεστώτα μετοχή
greenlighting
απλός αόριστος
greenlit
παθητική μετοχή
greenlit
Παραδείγματα
The bank finally greenlit the loan for our new house. 

Η τράπεζα τελικά έδωσε το πράσινο φως για το δάνειο για το νέο μας σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store