Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to banter
01
αστειεύομαι, πείραγμα
to engage in light, playful, and teasing conversation or exchange of remarks
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
banter
γ΄ ενικό πρόσωπο
banters
ενεστώτα μετοχή
bantering
απλός αόριστος
bantered
παθητική μετοχή
bantered
Παραδείγματα
Friends often banter about each other's quirks and habits, creating a lighthearted and enjoyable environment.
Οι φίλοι συχνά αστειεύονται για τις ιδιοτροπίες και τις συνήθειες του άλλου, δημιουργώντας ένα ανέμελο και ευχάριστο περιβάλλον.
Banter
01
αστείο, πείραγμα
the act of saying something in a smart and humorous manner in order to make fun of something or someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
banters
Παραδείγματα
Their banter kept the dinner lively and fun.
Η πλάκα τους κράτησε το δείπνο ζωντανό και διασκεδαστικό.



























