Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Banquet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
banquets
Παραδείγματα
The wedding banquet featured multiple courses of gourmet cuisine served to guests seated at elegantly decorated tables.
Το γαμήλιο συμπόσιο περιλάμβανε πολλά πιάτα γκουρμέ κουζίνας που σερβίρονταν στους καλεσμένους που κάθονταν σε κομψά διακοσμημένα τραπέζια.
02
συμπόσιο, γλέντι
a large, well-prepared, and enjoyable meal
Παραδείγματα
The family enjoyed a banquet of homemade dishes.
Η οικογένεια απολάμβανε ένα συμπόσιο με σπιτικά πιάτα.
to banquet
01
διοργανώνω συμπόσιο, προσφέρω συμπόσιο
to host or provide a formal meal or feast for others
Παραδείγματα
The city council banquetted the visiting dignitaries.
Το δημοτικό συμβούλιο δείπνησε τους επισκέπτες αξιωματούχους.
02
γιορτάζω με συμπόσιο, παρευρίσκομαι σε συμπόσιο
to take part in a large, formal meal or feast
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
banquet
γ΄ ενικό πρόσωπο
banquets
ενεστώτα μετοχή
banqueting
απλός αόριστος
banqueted
παθητική μετοχή
banqueted
Παραδείγματα
Guests banquetted in celebration of the holiday.
Οι επισκέπτες εόρτασαν με γιορτινό γεύμα.



























