bantering
Pronunciation
/ˈbæntɝɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "bantering"στα αγγλικά

01

αστείος, πειραχτικός

playfully humorous or teasing in a light, friendly way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bantering
συγκριτικός βαθμός
more bantering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their bantering conversation drew laughs from everyone nearby.
Η αστείρευτη συζήτησή τους προκάλεσε γέλια από όλους τους κοντινούς.

Λεξικό Δέντρο

banteringly
bantering
banter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store