bantering
ban
ˈbæn
bān
te
ring
rɪng
ring
badgeringbattering

Ορισμός και σημασία του "bantering"στα αγγλικά

01

αστείος, πειραχτικός

playfully humorous or teasing in a light, friendly way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bantering
συγκριτικός βαθμός
more bantering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They enjoyed a bantering exchange over coffee. 

Απόλαυσαν μια αστείρευτη ανταλλαγή πάνω στον καφέ.

Λεξικό Δέντρο

banteringly
bantering
banter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store