Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
querulous
01
γκρινιάρης, μεμψίμοιρος
frequently or constantly finding fault and complaining
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most querulous
συγκριτικός βαθμός
more querulous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The querulous customer complained about every dish.
Ο querulous πελάτης παραπονέθηκε για κάθε πιάτο.
Λεξικό Δέντρο
querulously
querulousness
querulous



























