Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
querulous
01
γκρινιάρης, μεμψίμοιρος
frequently or constantly finding fault and complaining
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most querulous
συγκριτικός βαθμός
more querulous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The review was written in a querulous manner, criticizing every detail.
Η κριτική γράφτηκε με ένα γκρινιάρικο τρόπο, επικρίνοντας κάθε λεπτομέρεια.
Λεξικό Δέντρο
querulously
querulousness
querulous



























