to quell
quell
kwɛl
kvel
quillquoll

Ορισμός και σημασία του "quell"στα αγγλικά

to quell
01

καταστέλλω, καταπνίγω

to forcefully stop or crush something 
Transitive: to quell an act of opposition
to quell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quell
γ΄ ενικό πρόσωπο
quells
ενεστώτα μετοχή
quelling
απλός αόριστος
quelled
παθητική μετοχή
quelled
Παραδείγματα
The military was called in to quell the uprising and restore order. 

Ο στρατός κλήθηκε να καταστείλει την εξέγερση και να αποκαταστήσει την τάξη.

02

κατευνάζω, ηρεμώ

to reduce or calm fears, doubts, or other negative emotions 
Transitive: to quell negative emotions
Παραδείγματα
The leader's reassuring words helped quell the public's growing anxiety about the economic crisis. 

Τα καθησυχαστικά λόγια του ηγέτη βοήθησαν να κατευνάσουν το αυξανόμενο άγχος του κοινού για την οικονομική κρίση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store