Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to putter around
01
περιφέρομαι άσκοπα, βόλτα χωρίς σκοπό
to move around without a clear purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
putter
ενεστώτας
putter around
γ΄ ενικό πρόσωπο
putters around
ενεστώτα μετοχή
puttering around
απλός αόριστος
puttered around
παθητική μετοχή
puttered around
Παραδείγματα
On lazy Sunday afternoons, they would putter around the neighborhood, exploring new streets.
Τις τεμπέλικες Κυριακατικές απογευματινές ώρες, περιφέρονταν γύρω από τη γειτονιά, εξερευνώντας νέους δρόμους.



























