Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to purvey
01
προμηθεύω, παρέχω
to provide something, such as goods or services, for sale or distribution
Transitive: to purvey goods or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purvey
γ΄ ενικό πρόσωπο
purveys
ενεστώτα μετοχή
purveying
απλός αόριστος
purveyed
παθητική μετοχή
purveyed
Παραδείγματα
The bookstore has been purveying rare and antique books for decades.
Το βιβλιοπωλείο παρέχει σπάνια και αντίκα βιβλία για δεκαετίες.
Λεξικό Δέντρο
purveyance
purveyor
purvey



























