to purloin
pur
loin
ˈlɔɪn
loyn
conjoindisjoinrejoinenjoin

Ορισμός και σημασία του "purloin"στα αγγλικά

to purloin
01

κλέβω, αρπάζω

to steal something, especially in a sneaky or deceitful manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purloin
γ΄ ενικό πρόσωπο
purloins
ενεστώτα μετοχή
purloining
απλός αόριστος
purloined
παθητική μετοχή
purloined
Παραδείγματα
The thief purloins valuable items from unsuspecting pedestrians in the bustling city streets. 

Ο κλέφτης κλέβει πολύτιμα αντικείμενα από ανυποψίαστους πεζούς στους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store