Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Punctuality
01
ακρίβεια, προθεσμία
the habit or characteristic of being consistently on time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Punctuality is highly valued in professional settings.
Η ακρίβεια εκτιμάται ιδιαίτερα σε επαγγελματικά περιβάλλοντα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
punctuality
punctual
punctu



























