punctuality
punc
ˌpənk
πανκ
tua
ˈʧuæ
τσουαι
li
λι
ty
ti
τι
/pˌʌŋkt‍ʃuːˈælɪti/

Ορισμός και σημασία του "punctuality"στα αγγλικά

01

ακρίβεια, προθεσμία

the habit or characteristic of being consistently on time
punctuality definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company rewards employees who demonstrate punctuality.
Η εταιρεία ανταμείβει τους υπαλλήλους που επιδεικνύουν ακρίβεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store