Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punctiliously
01
σχολαστικά, επιμελώς
in a very careful and precise way, especially about correct behavior, rules, or details
Παραδείγματα
He always punctiliously addresses his emails with full titles and honorifics.
Πάντα μεταμελώς απευθύνει τα email του με πλήρεις τίτλους και τιμητικές διακρίσεις.
Λεξικό Δέντρο
punctiliously
punctilious



























