Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punctiliously
01
σχολαστικά, επιμελώς
in a very careful and precise way, especially about correct behavior, rules, or details
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He punctiliously followed the protocol outlined in the manual.
Ακολούθησε μεταμελώς το πρωτόκολλο που περιγράφεται στο εγχειρίδιο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
punctiliously
punctilious



























