Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proven
01
αποδεδειγμένος, επιβεβαιωμένος
demonstrated or established as true, reliable, or effective through evidence or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most proven
συγκριτικός βαθμός
more proven
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
evidence, reliability, effectiveness
Παραδείγματα
She presented a proven method for improving productivity at work.
Παρουσίασε μια αποδεδειγμένη μέθοδο για τη βελτίωση της παραγωγικότητας στην εργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unproven
proven



























