Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prosaic
01
πεζός, κοινότοπος
lacking excitement or imagination
Παραδείγματα
Despite the prosaic setting, the performance was remarkably moving.
Παρά το προσαϊκό σκηνικό, η παράσταση ήταν αξιοσημείωτα συγκινητική.
Λεξικό Δέντρο
prosaicness
prosaic



























