prosaic
pro
prə
prē
saic
ˈseɪɪk
seiik
voltaicarchaicHebraicAramaic

Ορισμός και σημασία του "prosaic"στα αγγλικά

01

πεζός, κοινότοπος

lacking excitement or imagination 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prosaic
συγκριτικός βαθμός
more prosaic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their conversation remained prosaic, lacking any creative or stimulating topics. 

Η συζήτησή τους παρέμεινε προσαϊκή, χωρίς δημιουργικά ή διεγερτικά θέματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store