Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prorogue
01
αναβάλλω, αναστέλλω
to suspend a legislative session by executive authority without dissolving the assembly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prorogue
γ΄ ενικό πρόσωπο
prorogues
ενεστώτα μετοχή
proroguing
απλός αόριστος
prorogued
παθητική μετοχή
prorogued
Παραδείγματα
The monarch prorogued Parliament until the new session.
Ο μονάρχης αναβάλλει το Κοινοβούλιο μέχρι τη νέα συνεδρίαση.
02
αναβάλλω, καθυστερώ
to postpone to a later time
Παραδείγματα
Construction was prorogued due to bad weather.
Η κατασκευή αναβλήθηκε λόγω κακών καιρικών συνθηκών.



























