to prorogue
pro
prə
prē
rogue
ˈrəʊg
rewg
prologue

Ορισμός και σημασία του "prorogue"στα αγγλικά

to prorogue
01

αναβάλλω, αναστέλλω

to suspend a legislative session by executive authority without dissolving the assembly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prorogue
γ΄ ενικό πρόσωπο
prorogues
ενεστώτα μετοχή
proroguing
απλός αόριστος
prorogued
παθητική μετοχή
prorogued
Παραδείγματα
The monarch prorogued Parliament until the new session. 

Ο μονάρχης αναβάλλει το Κοινοβούλιο μέχρι τη νέα συνεδρίαση.

02

αναβάλλω, καθυστερώ

to postpone to a later time 
Παραδείγματα
Construction was prorogued due to bad weather. 

Η κατασκευή αναβλήθηκε λόγω κακών καιρικών συνθηκών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store