proofreader
proof
ˈpru:f
proof
rea
ri:
ri
der

Ορισμός και σημασία του "proofreader"στα αγγλικά

01

διορθωτής, ελεγκτής

someone whose job involves reading and marking the errors of a written or printed piece 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proofreaders

Λεξικό Δέντρο

proofreader
proofread

proof

+

read

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store