Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promotional
01
προωθητικός, διαφημιστικός
aimed at promoting or advertising a product, service, event, or idea to attract attention or generate interest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Promotional campaigns use various marketing strategies to increase brand awareness.
Οι προωθητικές καμπάνιες χρησιμοποιούν διάφορες στρατηγικές μάρκετινγκ για να αυξήσουν την ευαισθητοποίηση της μάρκας.
02
προωθητικός, διαφημιστικός
of or relating to advancement
Λεξικό Δέντρο
promotional
motional
motion
mot



























