promo
pro
ˈprəʊ
prew
mo
məʊ
mew
provoproto

Ορισμός και σημασία του "promo"στα αγγλικά

01

προώθηση, διαφήμιση

a message issued in behalf of some product or cause or idea or person or institution 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
promos
to promo
01

προωθώ, διαφημίζω

to promote or publicize something, such as a product, event, or media release 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
promo
γ΄ ενικό πρόσωπο
promos
ενεστώτα μετοχή
promoing
απλός αόριστος
promoed
παθητική μετοχή
promoed
Παραδείγματα
The artist is promoing their new single on Instagram. 

Ο καλλιτέχνης προωθεί το νέο του single στο Instagram.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store