Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Promo
01
προώθηση, διαφήμιση
a message issued in behalf of some product or cause or idea or person or institution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
promos
to promo
01
προωθώ, διαφημίζω
to promote or publicize something, such as a product, event, or media release
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
promo
γ΄ ενικό πρόσωπο
promos
ενεστώτα μετοχή
promoing
απλός αόριστος
promoed
παθητική μετοχή
promoed
Παραδείγματα
The team promos new episodes to attract viewers.
Η ομάδα προωθεί νέα επεισόδια για να προσελκύσει θεατές.



























