promoter
pro
prə
prē
mo
ˈməʊ
mew
ter
promiserprompter

Ορισμός και σημασία του "promoter"στα αγγλικά

01

προωθητής, υπερασπιστής

someone who actively supports, advocates, or champions a cause, idea, or initiative 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
promoters
Παραδείγματα
She is a tireless promoter of renewable energy. 

Είναι μια ακούραστη προωθήτρια ανανεώσιμης ενέργειας.

02

προωθητής, διοργανωτής

someone who is in the business of organizing or sponsoring a sporting event or artistic production 
Παραδείγματα
The concert promoter secured top musicians for the upcoming music festival. 

Ο διοργανωτής της συναυλίας εξασφάλισε τους κορυφαίους μουσικούς για το επερχόμενο μουσικό φεστιβάλ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

promoter
promote
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store