Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibitory
01
απαγορευτικός, αποτρεπτικός
(of a cost or price) so high that discourages purchasing or doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prohibitory
συγκριτικός βαθμός
more prohibitory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prohibitory price of the luxury car kept many potential buyers away.
Η απαγορευτική τιμή του πολυτελούς αυτοκινήτου άφησε μακριά πολλούς πιθανούς αγοραστές.
Λεξικό Δέντρο
prohibitory
prohibit



























