prohibitory
Pronunciation
/pɹoʊˈhɪbəˌtɔɹi/

Ορισμός και σημασία του "prohibitory"στα αγγλικά

prohibitory
01

απαγορευτικός, αποτρεπτικός

(of a cost or price) so high that discourages purchasing or doing something
prohibitory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prohibitory
συγκριτικός βαθμός
more prohibitory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prohibitory price of the luxury car kept many potential buyers away.
Η απαγορευτική τιμή του πολυτελούς αυτοκινήτου άφησε μακριά πολλούς πιθανούς αγοραστές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store