Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibitory
01
απαγορευτικός, αποτρεπτικός
(of a cost or price) so high that discourages purchasing or doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prohibitory
συγκριτικός βαθμός
more prohibitory
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
economics, cost, accessibility
Παραδείγματα
The prohibitory cost of healthcare often discourages people from seeking necessary treatments.
Το απαγορευτικό κόστος της υγειονομικής περίθαλψης συχνά αποθαρρύνει τους ανθρώπους από την αναζήτηση απαραίτητων θεραπειών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prohibitory
prohibit



























