prohibitively
pro
prə
πρα
hi
ˈhɪ
χι
bi
μπι
tive
tɪv
τιβ
ly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "prohibitively"στα αγγλικά

prohibitively
01

απαγορευτικά, με τρόπο που εμποδίζει

in a way that forbids or effectively prevents something 
prohibitively definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The terrain was prohibitively steep for most vehicles to pass. 

Το έδαφος ήταν απαγορευτικά απότομο για να περάσουν τα περισσότερα οχήματα.

1.1

απαγορευτικά, με απαγορευτικό κόστος

at a cost or price so high that it discourages purchase, use, or access 
Παραδείγματα
The medication is prohibitively expensive without insurance. 

Το φάρμακο είναι απαγορευτικά ακριβό χωρίς ασφάλεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

prohibitively
prohibitive
prohibit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store