Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibitively
01
απαγορευτικά, με τρόπο που εμποδίζει
in a way that forbids or effectively prevents something
Παραδείγματα
Access to the archives was prohibitively limited to authorized personnel only.
Η πρόσβαση στα αρχεία ήταν απαγορευτικά περιορισμένη μόνο σε εξουσιοδοτημένο προσωπικό.
1.1
απαγορευτικά, με απαγορευτικό κόστος
at a cost or price so high that it discourages purchase, use, or access
Παραδείγματα
Electric cars were once prohibitively priced, but costs are slowly decreasing.
Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα ήταν κάποτε απαγορευτικά ακριβά, αλλά το κόστος μειώνεται σιγά σιγά.
Λεξικό Δέντρο
prohibitively
prohibitive
prohibit



























