Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Programming
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She learned programming to create custom software applications for her business.
Έμαθε προγραμματισμό για να δημιουργήσει προσαρμοσμένες εφαρμογές λογισμικού για την επιχείρησή της.
02
προγραμματισμός, προγραμματισμός εκπομπών
the process of planning and scheduling radio or television broadcasts
Παραδείγματα
The network revised its programming for the weekend.
Το δίκτυο αναθεώρησε τον προγραμματισμό του για το σαββατοκύριακο.
Λεξικό Δέντρο
multiprogramming
programming
program



























